άνυσμα
το, ουσ.
(μαθημ.) α) τμήμα ευθείας γραμμής που τελειώνει σε βέλος και συμβολίζει το μέγεθος, τη φορά και τη διεύθυνση μιας δύναμης, β) μέγεθος που για να οριστεί πρέπει να είναι γνωστή η τιμή του, η διεύθυνση και η φορά του, το διάνυσμα.
Ετυμολογία
< μτγν. ἄνυσμα [= επιτέλεση, εκπλήρωση] < ἀνύω, [= 1. επηρεάζω, επιτυγχάνω, ολοκληρώνω, 2. επιφέρω τέλος, καταστρέφω, 3. ολοκληρώνω ταξίδι].
Παράγωγα
ανυσματικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνυσμα», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/ανυσμα/