ασυμπίεστος
-η, -ο, επίθ.
αυτός που δεν συμπιέστηκε, αντών. συμπιεσμένος.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] συμπιεσ- (< συμπιέζω) + -τος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασυμπίεστος», σ. 127. https://navalhistory.gr/lexiko/ασυμπιεστοσ/