αστέρας
ο, και αστρί και άστρι, το, ουσ.
- (αστρον.) κάθε ακτινοβόλο ουράνιο σώμα που διαθέτει τη δική του πηγή ενέργειας
- (μτφ.) πρόσωπο με ιδιαίτερες γνώσεις ή ικανότητες που γίνεται διάσημο και αγαπητό από πολύ κόσμο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀστήρ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αστέρας», σ. 124. https://navalhistory.gr/lexiko/αστερασ/