navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άστατος

άστατος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν είναι σταθερός, που συνεχώς κινείται, που υπόκειται σε μεταβολές
  2. (μτφ.) αυτός που εμφανίζει χαρακτήρα συνεχώς μεταβαλλόμενο, αναποφάσιστος, δίγνωμος.

Ετυμολογία

< μτγν. ἄστατος.

Επιρρήματα

άστατα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άστατος», σ. 124. https://navalhistory.gr/lexiko/αστατοσ/