navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρκτικός

αρκτικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. (γεωγρ.) αυτός που σχετίζεται με την Αρκτική
  2. (αστρον.) αυτός που σχετίζεται με την άρκτο, δηλ. το βορρά
  3. (φρ.) «αρκτική ζώνη», η περιοχή γύρω από το Β. Πόλο, «αρκτικός κύκλος», ο κύκλος που χωρίζει την εύκρατη από την πολική ζώνη, «αρκτική ομίχλη / περιοχή».

Ετυμολογία

< αρχ. ἄρκτος [= 1. αρκούδα, 2. βορράς].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρκτικός», σ. 117. https://navalhistory.gr/lexiko/αρκτικοσ/