αρκτικός
-ή, -ό, επίθ.
- (γεωγρ.) αυτός που σχετίζεται με την Αρκτική
- (αστρον.) αυτός που σχετίζεται με την άρκτο, δηλ. το βορρά
- (φρ.) «αρκτική ζώνη», η περιοχή γύρω από το Β. Πόλο, «αρκτικός κύκλος», ο κύκλος που χωρίζει την εύκρατη από την πολική ζώνη, «αρκτική ομίχλη / περιοχή».
Ετυμολογία
< αρχ. ἄρκτος [= 1. αρκούδα, 2. βορράς].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρκτικός», σ. 117. https://navalhistory.gr/lexiko/αρκτικοσ/