άστρο
το, ουσ.
- (αστρον.) φωτεινό ουράνιο σώμα που είναι ορατό από τη γη, (φρ.) «άστρο της Ανατολής», η Πούλια, η Αφροδίτη, «άστρο της τραμουντάνας», ο πολικός αστέρας, «άστρο του Αλμποράν», φάρος στο ΝΔ άκρο της νήσου Αλμποράν, Ανατολικά του Γιβραλτάρ, που ταυτίζεται με τη μυθική Ωγυγία του Ομήρου, «άστρο του Βορρά», ο πολικός αστέρας, «Άστρο του Δαβίδ», εβραϊκό σύμβολο
- ουράνιο σώμα που πιστεύεται ότι επηρεάζει τη ζωή και το μέλλον του ανθρώπου
- (μτφ.) η λάμψη, η επιτυχία κάποιου ατόμου, κυρίως στον καλλιτεχνικό χώρο
- (στρατ.) στρατιωτικό διακριτικό σε στολή.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄστρον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άστρο», σ. 125. https://navalhistory.gr/lexiko/αστρο/