navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άστρο

άστρο

το, ουσ.

  1. (αστρον.) φωτεινό ουράνιο σώμα που είναι ορατό από τη γη, (φρ.) «άστρο της Ανατολής», η Πούλια, η Αφροδίτη, «άστρο της τραμουντάνας», ο πολικός αστέρας, «άστρο του Αλμποράν», φάρος στο ΝΔ άκρο της νήσου Αλμποράν, Ανατολικά του Γιβραλτάρ, που ταυτίζεται με τη μυθική Ωγυγία του Ομήρου, «άστρο του Βορρά», ο πολικός αστέρας, «Άστρο του Δαβίδ», εβραϊκό σύμβολο
  2. ουράνιο σώμα που πιστεύεται ότι επηρεάζει τη ζωή και το μέλλον του ανθρώπου
  3. (μτφ.) η λάμψη, η επιτυχία κάποιου ατόμου, κυρίως στον καλλιτεχνικό χώρο
  4. (στρατ.) στρατιωτικό διακριτικό σε στολή.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄστρον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άστρο», σ. 125. https://navalhistory.gr/lexiko/αστρο/