navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άνορακ

άνορακ

το, άκλ. ουσ.

(ενδυμ.) αδιάβροχο μπουφάν ή ζακέτα, με επένδυση και κουκούλα.

Ετυμολογία

< αγγλ. anorak < λ. από τη γλώσσα των Εσκιμώων.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνορακ», σ. 93. https://navalhistory.gr/lexiko/ανορακ/