αμπέχονο
το, ουσ.
(ενδυμ.) στρατιωτικό σακάκι για αξιωματικούς και οπλίτες.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀμπέχονον < ἀμπέχω < ἀμφέχω [= σκεπάζω] < ἀμφί + ἔχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμπέχονο», σ. 74. https://navalhistory.gr/lexiko/αμπεχονο/