navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γάζα

γάζα

η, ουσ.

  1. (ενδυμ.) διάφανο ύφασμα αραιής ύφανσης, από λινό, βαμβάκι ή μετάξι συνών. τούλι, τουλπάνι
  2. (φαρμ.) αποστειρωμένη αραχνοΰφαντη βαμβακερή ταινία που χρησιμοποιείται στην επίδεση τραυμάτων
  3. θησαυρός καλά φυλαγμένος.

Ετυμολογία

< περσ. ganj ή γαλλ. gaze (ίσως από την παλαιστινιακή πόλη Gaza [= Γάζα] < εβρ. Ghazzéh, περιοχή στην οποία καλλιεργούσαν βαμβάκι και λινάρι).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γάζα», σ. 172. https://navalhistory.gr/lexiko/γαζα/