γάζα
η, ουσ.
- (ενδυμ.) διάφανο ύφασμα αραιής ύφανσης, από λινό, βαμβάκι ή μετάξι συνών. τούλι, τουλπάνι
- (φαρμ.) αποστειρωμένη αραχνοΰφαντη βαμβακερή ταινία που χρησιμοποιείται στην επίδεση τραυμάτων
- θησαυρός καλά φυλαγμένος.
Ετυμολογία
< περσ. ganj ή γαλλ. gaze (ίσως από την παλαιστινιακή πόλη Gaza [= Γάζα] < εβρ. Ghazzéh, περιοχή στην οποία καλλιεργούσαν βαμβάκι και λινάρι).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γάζα», σ. 172. https://navalhistory.gr/lexiko/γαζα/