navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άρνηση

άρνηση

η, ουσ.

  1. το να μη κάνει κανείς κάτι αποδεκτό, συνών. απόρριψη, απόκρουση, απώθηση, αποκήρυξη
  2. στάση που χαρακτηρίζεται από αδιαφορία
  3. (γραμμ.) τρόπος διατύπωσης μιας πρότασης με αρνητική σημασία
  4. (στρατ.) η ανυπακοή σε ανώτερο
  5. (νομ.) η αποφυγή εκτέλεσης άσκησης υπηρεσίας.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄρνησις, -εως, [= απόρριψη].

Παράγωγα

αρνητικός, -ή, -ό [«αρνητική ανασύζευξη / αντίσταση / διαμόρφωση / εικόνα / εκπομπή / ευστάθεια / ολίσθηση / φόρτωση / ισχύ»].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άρνηση», σ. 119. https://navalhistory.gr/lexiko/αρνηση/