άρνηση
η, ουσ.
- το να μη κάνει κανείς κάτι αποδεκτό, συνών. απόρριψη, απόκρουση, απώθηση, αποκήρυξη
- στάση που χαρακτηρίζεται από αδιαφορία
- (γραμμ.) τρόπος διατύπωσης μιας πρότασης με αρνητική σημασία
- (στρατ.) η ανυπακοή σε ανώτερο
- (νομ.) η αποφυγή εκτέλεσης άσκησης υπηρεσίας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄρνησις, -εως, [= απόρριψη].
Παράγωγα
αρνητικός, -ή, -ό [«αρνητική ανασύζευξη / αντίσταση / διαμόρφωση / εικόνα / εκπομπή / ευστάθεια / ολίσθηση / φόρτωση / ισχύ»].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άρνηση», σ. 119. https://navalhistory.gr/lexiko/αρνηση/