απόρριψη
η, ουσ.
- το πέταγμα κάποιου πράγματος στον κάλαθο των αχρήστων
- άρνηση αποδοχής κάποιου πράγματος, ή κάποιας ιδέας, άποψης κ.λπ.
- η μη προαγωγή μαθητή, σπουδαστή ή φοιτητή στο επόμενο έτος μαθητείας ή φοίτησης, αντών. προαγωγή.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπόρριψις (-σις > -ση).
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόρριψη», σ. 110. https://navalhistory.gr/lexiko/απορριψη/