απόπειρα
η, ουσ.
- προσπάθεια με την οποία επιχειρεί κάποιος να πραγματοποιήσει ή να φθάσει κάτι χωρίς τελικά επιτυχία
- ενέργεια δοκιμαστικού χαρακτήρα
- (νομ.) η αρχή εκτέλεσης μιας αξιόποινης πράξης που όμως δεν πραγματοποιήθηκε.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπόπειρα < ἀπό + πεῖρα, σημδ. από τη γαλλική tentative.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόπειρα», σ. 109. https://navalhistory.gr/lexiko/αποπειρα/