navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απόπειρα

απόπειρα

η, ουσ.

  1. προσπάθεια με την οποία επιχειρεί κάποιος να πραγματοποιήσει ή να φθάσει κάτι χωρίς τελικά επιτυχία
  2. ενέργεια δοκιμαστικού χαρακτήρα
  3. (νομ.) η αρχή εκτέλεσης μιας αξιόποινης πράξης που όμως δεν πραγματοποιήθηκε.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀπόπειρα < ἀπό + πεῖρα, σημδ. από τη γαλλική tentative.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόπειρα», σ. 109. https://navalhistory.gr/lexiko/αποπειρα/