αργό πετρέλαιο
το, [χωρίς πληθ.]
(χημ.) άλλη ονομασία του ακάθαρτου ή ακατέργαστου πετρελαίου που είναι υγρής μορφής πέτρωμα αποτελούμενο από μείγμα υδρογονανθράκων και άλλων υγρών οργανικών ενώσεων.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αργό πετρέλαιο», σ. 115. https://navalhistory.gr/lexiko/αργο-πετρελαιο/