άνυδρος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν έχει άφθονες πηγές νερού ή που δέχεται ελάχιστες βροχοπτώσεις, (φρ.) «άνυδρος τόπος», «άνυδρη χρονιά»,
- (βοταν.) αυτός που μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πότισμα, ξερικός, (φρ.) «άνυδρα καρπούζια», «άνυδρες ντομάτες»,
- (χημ.) «άνυδρες ενώσεις», που δεν περιέχουν μόρια νερού.
Ετυμολογία
< [για την 1η και 2η ερμ.] αρχ. ἄνυδρος, [για την 3η ερμ.] (αντιδάνειο) από τη γαλλ. anhydre < an- [= αν- [στερητ.] + hydr(o)- [= υδρ(ο)-] < αρχ. ὕδωρ, + -ος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνυδρος», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/ανυδροσ/