navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άνυδρος

άνυδρος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει άφθονες πηγές νερού ή που δέχεται ελάχιστες βροχοπτώσεις, (φρ.) «άνυδρος τόπος», «άνυδρη χρονιά»,
  2. (βοταν.) αυτός που μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πότισμα, ξερικός, (φρ.) «άνυδρα καρπούζια», «άνυδρες ντομάτες»,
  3. (χημ.) «άνυδρες ενώσεις», που δεν περιέχουν μόρια νερού.

Ετυμολογία

< [για την 1η και 2η ερμ.] αρχ. ἄνυδρος, [για την 3η ερμ.] (αντιδάνειο) από τη γαλλ. anhydre < an- [= αν- [στερητ.] + hydr(o)- [= υδρ(ο)-] < αρχ. ὕδωρ, + -ος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνυδρος», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/ανυδροσ/