αργίλιο
το, ουσ.
(μεταλλ.) το αλουμίνιο, (φρ.) «θειικό / νιτρικό / πυριτικό / φωσφορικό / χλωριούχο», «οξείδιο του / κράμα αργιλίου».
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < αγγλ. argil -ιον < λατιν. argilla < αρχ. ἄργιλ(λ)ος (η).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αργίλιο», σ. 115. https://navalhistory.gr/lexiko/αργιλιο/