αντιπαγωτικό
το, ουσ.
(χημ.) υγρό που αποτρέπει τη στερεοποίηση άλλων υγρών ή την κρυσταλλοποίηση σταγονιδίων νερού στα τζάμια.
Ετυμολογία
< αντι + παγώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντιπαγωτικό», σ. 97. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιπαγωτικο/