navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ασετόν

ασετόν

το, άκλ. ουσ.

  1. (χημ.) η ακετόνη, χημική ανόργανη ουσία, σε υγρή μορφή, με έντονη οσμή και εξαιρετικά εύφλεκτη, χρήσιμη ως διαλυτικό μέσο για καθαρισμούς επιφανειών, αραιώσεις χρωμάτων, για απογρασώσεις και απολιπάνσεις μεταλλικών εξαρτημάτων
  2. (αισθητ.) καλλυντικό που χρησιμοποιείται για το ξέβαμμα των νυχιών.

Ετυμολογία

< γαλλ. acétone ή αγγλ. acetone < λατιν. acetum [= ξίδι] < aceo, acere [= ξινίζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασετόν», σ. 123. https://navalhistory.gr/lexiko/ασετον/