ασετόν
το, άκλ. ουσ.
- (χημ.) η ακετόνη, χημική ανόργανη ουσία, σε υγρή μορφή, με έντονη οσμή και εξαιρετικά εύφλεκτη, χρήσιμη ως διαλυτικό μέσο για καθαρισμούς επιφανειών, αραιώσεις χρωμάτων, για απογρασώσεις και απολιπάνσεις μεταλλικών εξαρτημάτων
- (αισθητ.) καλλυντικό που χρησιμοποιείται για το ξέβαμμα των νυχιών.
Ετυμολογία
< γαλλ. acétone ή αγγλ. acetone < λατιν. acetum [= ξίδι] < aceo, acere [= ξινίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασετόν», σ. 123. https://navalhistory.gr/lexiko/ασετον/