navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποσυνδέω

αποσυνδέω

ρ. [μετβ.]

  1. διαλύω, διαχωρίζω μέρη αντικειμένου που έχουν συνδεθεί μεταξύ τους, αντών. συναρμολογώ, μοντάρω
  2. αποχωρίζω κάτι από κάποιο άλλο αντικείμενο με το οποίο ήταν συνδεδεμένο, αποκολλώ
  3. (ειδικότ.) διακόπτω τη σύνδεση αγωγών ή ηλεκτρικών κυκλωμάτων
  4. (μτφ.) σταματώ να συσχετίζω και να συγκρίνω.

Ετυμολογία

< απο- συνδέω.

Παράγωγα

αποσύνδεση.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποσυνδέω», σ. 112. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσυνδεω/