αποσυνδέω
ρ. [μετβ.]
- διαλύω, διαχωρίζω μέρη αντικειμένου που έχουν συνδεθεί μεταξύ τους, αντών. συναρμολογώ, μοντάρω
- αποχωρίζω κάτι από κάποιο άλλο αντικείμενο με το οποίο ήταν συνδεδεμένο, αποκολλώ
- (ειδικότ.) διακόπτω τη σύνδεση αγωγών ή ηλεκτρικών κυκλωμάτων
- (μτφ.) σταματώ να συσχετίζω και να συγκρίνω.
Ετυμολογία
< απο- συνδέω.
Παράγωγα
αποσύνδεση.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποσυνδέω», σ. 112. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσυνδεω/