navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αποσυναρμολογώ

αποσυναρμολογώ

ρ. [μετβ.]

διαλύω μηχάνημα σε κομμάτια από τα οποία έχει κατασκευαστεί, ξεμοντάρω, διαμελίζω.

Ετυμολογία

< απο- συναρμολογώ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποσυναρμολογώ», σσ. 111-112. https://navalhistory.gr/lexiko/αποσυναρμολογω/