navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απορρυπαντικό

απορρυπαντικό

το, ουσ.

χημική ουσία που χρησιμοποιείται ως μέσο καθαρισμού επιφανειών αλλά και ρούχων.

Ετυμολογία

< απορρυπαίνω, μτφρδ. από τη γαλλ. détergent.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απορρυπαντικό», σ. 110. https://navalhistory.gr/lexiko/απορρυπαντικο/