απόδοση
η, ουσ.
- επιστροφή χρημάτων ή αντικειμένου
- απονομή τιμών σε κάποιον λόγω της κοινωνικής προσφοράς του
- καταλογισμός ευθυνών
- αναφορά, αναγωγή
- παραγόμενο έργο
- (οικον.) κέρδος
- (τέχν.) τρόπος ερμηνείας σε ένα θεατρικό, κινηματογραφικό ή μουσικό έργο
- (φρ.) «απόδοση θερμική / εμπορική / ηλεκτρική / μηχανική / προώσεως / λέβητα / μηχανής / χαιρετισμού».
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπόδοσις < ἀποδίδωμι [= παραδίδω ή δίνω πίσω, επαναφέρω, επιστρέφω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόδοση», σ. 106. https://navalhistory.gr/lexiko/αποδοση/