απόβαρο
το, ουσ.
α) το βάρος της συσκευασίας ενός εμπορεύματος, β) η διαφορά που προκύπτει αν από το μεικτό βάρος αφαιρεθεί το καθαρό, συνών. (ν)τάρα.
Ετυμολογία
< από + βάρ(ος) -ο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόβαρο», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/αποβαρο/