navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανυψώνω

ανυψώνω

ρ. [μετβ.]

  1. σηκώνω κάτι ψηλά
  2. (μτφ.) παινεύω κάποιον, εγκωμιάζω, εξυψώνω.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀνυψ(ῶ) -ώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανυψώνω», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/ανυψωνω/