ανυψώνω
ρ. [μετβ.]
- σηκώνω κάτι ψηλά
- (μτφ.) παινεύω κάποιον, εγκωμιάζω, εξυψώνω.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀνυψ(ῶ) -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανυψώνω», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/ανυψωνω/