navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αντλία

αντλία

η, ουσ.

(τεχνολ.) είδος μηχανής για την απομάκρυνση ή συμπίεση υγρών και αερίων, υδραντλία και αεραντλία, (φρ.) «αντλία άνευ βαλβίδας / υπερτροφοδότησης ή υπερπλήρωσης / αναρροφητική / ανυψωτική / απεσταγμένου ύδατος / θερμότητας / θαλασσίου ύδατος / απλής ενέργειας / απολυμάνσεως / συμπυκνώματος / αποστράγγισης / αποχωρητηρίων / ατμοκίνητη / βαθιών φρεατίων / βενζινοκίνητη / μετάγγισης πετρελαίου / παροχής ή τροφοδότησης πετρελαίου / γενικής χρήσεως / εκκινήσεως / έγχυσης / εκτάκτου ανάγκης / εκτοξεύσεως / ελαίου / εμβολοφόρος άμεσης μετάδοσης / έρματος / ψύξεως χιτωνίων και πωμάτων κύριας μηχανής / ψύξεως εμβόλων κύριας μηχανής / υγιεινής / πυρκαγιάς / πυροσβεστική / πυρκαγιάς εκτάκτου ανάγκης / επιταχύνσεως / ηλεκτροκίνητος / καταστρώματος / φορτοεκφόρτωσης / κενού / κινδύνου / κυκλοφορίας / τροφοδοτική / ζυγοστάθμισης / κύτους / λιπάνσεως / μεταβλητής παροχής / μεταβλητής διαδρομής εμβόλου / μηχανοκίνητη / παγωμένου ύδατος / ραντισμού κατάσβεσης / πόσιμου νερού / σκάφους / τριπλής ενέργειας / τροφοδοτική / καταθλιπτική / υποβρύχια / υγρού φορτίου / φορητή / φυγόκεντρη / περισταλτική / χειροκίνητη / περιστροφική / φυγόκεντρη με ατμοστρόβιλο / γραναζωτή ή οδοντωτή / διπλή / πτερυγιοφόρος / πολλαπλού στροφείου / περισταλτική / αξονικής – μεικτής ροής / περιφερειακής ροής / μεικτής ακτινικής ροής / γενικής χρήσεως».

Ετυμολογία

< αρχ. ἀντλία < ἄντλος [= αμπάρι πλοίου και το ακάθαρτο νερό που συγκεντρώνεται σ’ αυτό - λατιν. sentina = βρομόνερα].

Σύνθετα

αντλιοστάσιο, υδραντλία, αεραντλία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντλία», σ. 99. https://navalhistory.gr/lexiko/αντλια/