navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αντλιοστάσιο

αντλιοστάσιο

το, ουσ.

χώρος εντός του οποίου λειτουργεί μόνιμα εγκατεστημένο σύστημα αντλιών, π.χ. σε εργοστάσια, δεξαμενές, σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής αλλά και εντός των μεγάλων πλοίων κ.ά.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀντλία + -στάσιο < [αρχ.] ἵστημι [= στήνω, ορθώνω, τοποθετώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντλιοστάσιο», σ. 99. https://navalhistory.gr/lexiko/αντλιοστασιο/