αντιδιαβρωτικό
το, ουσ.
(τεχνολ.) υλικό προστασίας μεταλλικών επιφανειών.
Ετυμολογία
< αντι- + διαβρωτικό(ς).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντιδιαβρωτικό», σ. 95. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιδιαβρωτικο/