απορροφητήρας
ο, ουσ.
(τεχνολ.) συσκευή απορρόφησης διαφόρων αερίων, καπνών, οσμών κ.λπ.
Ετυμολογία
< απορροφη- (< απορροφώ) + -τήρ > -τήρας, μτφρδ. από την αγγλ. absorber.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απορροφητήρας», σ. 110. https://navalhistory.gr/lexiko/απορροφητηρασ/