navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανολκέας

ανολκέας

ο, ουσ.

(τεχνολ.) μηχάνημα με το οποίο επιτυγχάνουμε την ανύψωση αντικειμένων σε μεγάλο ύψος, συνών. αναβατήρας, βαρούλκο, ανελκυστήρας.

Ετυμολογία

< ανελκύω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανολκέας», σ. 92. https://navalhistory.gr/lexiko/ανολκεασ/