navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανυψωτήρας

ανυψωτήρας

ο, ουσ.

(τεχνολ.) μηχάνημα για την ανύψωση βαρών, ανελκυστήρας.

Ετυμολογία

< ανυψω- (ἀνυψ(ῶ) -ώνω) + -τήρ > -τήρας, μτφρδ. από τη γαλλ. élévateur.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανυψωτήρας», σ. 100. https://navalhistory.gr/lexiko/ανυψωτηρασ/