αντιστράτηγος
ο, ουσ.
(στρατ.) βαθμός ανώτατου αξιωματικού του Στρατού Ξηράς, της Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού σώματος, αμέσως ανώτερος από τον υποστράτηγο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀντιστράτηγος [= στρατηγός του εχθρικού στρατεύματος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντιστράτηγος», σ. 98. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιστρατηγοσ/