αντίβαρο
το, ουσ.
- βάρος που τοποθετείται στο δεύτερο ζύγι ενός ρωμαϊκού ζυγού για να πετύχει την ισορροπία των δυο μερών
- είδος αντισταθμίσματος
- (μτφ.) επιχειρηματολογία που προσπαθεί να ισορροπήσει τα κακώς κείμενα.
Ετυμολογία
< αντί + βάρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντίβαρο», σ. 95. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιβαρο/