navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αντίβαρο

αντίβαρο

το, ουσ.

  1. βάρος που τοποθετείται στο δεύτερο ζύγι ενός ρωμαϊκού ζυγού για να πετύχει την ισορροπία των δυο μερών
  2. είδος αντισταθμίσματος
  3. (μτφ.) επιχειρηματολογία που προσπαθεί να ισορροπήσει τα κακώς κείμενα.

Ετυμολογία

< αντί + βάρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντίβαρο», σ. 95. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιβαρο/