αντίδοτο
το, ουσ.
- φάρμακο που εξουδετερώνει δηλητήριο ή κάποιο άλλο φάρμακο, γιατρικό
- (μτφ.) τρόπος αντιμετώπισης μιας δύσκολης κατάστασης.
Ετυμολογία
< ουδ. του μτγν. επιθ. ἀντίδοτον < αρχ. ἀντιδίδωμι [= ανταποδίδω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντίδοτο», σ. 95. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιδοτο/