navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αντίδοτο

αντίδοτο

το, ουσ.

  1. φάρμακο που εξουδετερώνει δηλητήριο ή κάποιο άλλο φάρμακο, γιατρικό
  2. (μτφ.) τρόπος αντιμετώπισης μιας δύσκολης κατάστασης.

Ετυμολογία

< ουδ. του μτγν. επιθ. ἀντίδοτον < αρχ. ἀντιδίδωμι [= ανταποδίδω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντίδοτο», σ. 95. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιδοτο/