ανοξείδωτος
-η, -ο, επίθ.
(για μέταλλα) αυτός που δεν οξειδώνεται, που δεν σκουριάζει, συνών. ίνοξ, (φρ.) «ανοξείδωτο αλουμίνιο», «ανοξείδωτος χάλυβας / δίσκος / σωλήνας», «ανοξείδωτα μαχαιροπίρουνα / μαγειρικά σκεύη», «ανοξείδωτη κατσαρόλα / λαμαρίνα».
Ετυμολογία
< αν- + οξειδω- + -τος, μτφρδ. από την αγγλ. stainless ή τη γαλλ. inoxydable.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανοξείδωτος», σσ. 92-93. https://navalhistory.gr/lexiko/ανοξειδωτοσ/