navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανοχή

ανοχή

η, ουσ.

το αποτέλεσμα του ανέχομαι,

  1. η ανεκτικότητα, η μακροθυμία
  2. (φρ.) «ψήφος ανοχής», η συγκαταβατική ψήφος που δίνει κάποιος για να δείξει ότι απλώς ανέχεται κάποιον ή κάτι, «οίκος ανοχής», σπίτι στο οποίο ασκείται επαγγελματικά η πορνεία.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνοχή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανοχή», σ. 93. https://navalhistory.gr/lexiko/ανοχη/