ανοχή
η, ουσ.
το αποτέλεσμα του ανέχομαι,
- η ανεκτικότητα, η μακροθυμία
- (φρ.) «ψήφος ανοχής», η συγκαταβατική ψήφος που δίνει κάποιος για να δείξει ότι απλώς ανέχεται κάποιον ή κάτι, «οίκος ανοχής», σπίτι στο οποίο ασκείται επαγγελματικά η πορνεία.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνοχή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανοχή», σ. 93. https://navalhistory.gr/lexiko/ανοχη/