navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανέλπιστος

ανέλπιστος

-η, -ο, επίθ.

αυτός που γίνεται χωρίς να τον περιμένει κανείς, συνών. απροσδόκητος, ξαφνικός, απρόβλεπτος, απρόσμενος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνέλπιστος.

Επιρρήματα

ανέλπιστα [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανέλπιστος», σ. 87. https://navalhistory.gr/lexiko/ανελπιστοσ/