navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανακαλώ

ανακαλώ

ρ. [μετβ.]

  1. φωνάζω κάποιον να γυρίσει πίσω
  2. ματαιώνω ότι έχει προγραμματισθεί
  3. ακυρώνω απόφαση ή διαταγή, καταργώ
  4. παίρνω πίσω όσα είπα, αναιρώ.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνακαλῶ [= επικαλούμαι, φωνάζω πίσω].

Παράγωγα

ανάκληση.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακαλώ», σ. 78. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακαλω/