ανακαλώ
ρ. [μετβ.]
- φωνάζω κάποιον να γυρίσει πίσω
- ματαιώνω ότι έχει προγραμματισθεί
- ακυρώνω απόφαση ή διαταγή, καταργώ
- παίρνω πίσω όσα είπα, αναιρώ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνακαλῶ [= επικαλούμαι, φωνάζω πίσω].
Παράγωγα
ανάκληση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακαλώ», σ. 78. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακαλω/