navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αβούλιαχτος και αβούλιαγος

αβούλιαχτος

Και: αβούλιαγος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δε βούλιαξε ή που δε βουλιάζει, αβύθιστος
  2. (αρχιτ.) αυτός που δεν κατέρρευσε ή που δεν έπαθε καθίζηση.

Ετυμολογία

< α- [στερητ.] + βουλιάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αβούλιαχτος και αβούλιαγος», σ. 32. https://navalhistory.gr/lexiko/αβουλιαχτοσ-και-αβουλιαγοσ/