navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αλήθεια

αλήθεια

η, ουσ.

  1. η πραγματική κατάσταση σε αντιδιαστολή με το ψεύδος
  2. η πραγματικότητα, το γεγονός
  3. ο λόγος που δεν εμπεριέχει ψεύδος
  4. αρχή, δόγμα ή γνωμικό που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση
  5. επιφώνημα θαυμασμού, απορίας ή έκπληξης
  6. (μυθολ.) [ως κύρ. όν.] η *Αλήθεια, θεότητα της μυθολογίας μας
  7. (ως επίρρ.) αληθινά, πραγματικά, πράγματι
  8. (φρ.) «η ώρα της αλήθειας», στιγμή της δοκιμασίας για κάτι σημαντικό, «ίχνος αλήθειας», μέρος μόνο της αλήθειας, «ορός της αλήθειας», χημικό παρασκεύασμα που οδηγεί τον εξεταζόμενο σε αποκαλύψεις.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀλήθεια < ἀληθής, -ές, + [κατάλ.] -ια < ἀ- [στερητ.] + [ουσ.] λήθος ή λήθη [= λησμονιά] ή από το ρ. λήθω, παράλληλος τ. του λανθάνω.

Σύνθετα

αληθομανής, αληθοφανής, αληθολογία. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Αλήθεια, κόρη του Δία, μητέρα της Αρετής και τροφός του Απόλλωνα. Προσωποποίηση της αλήθειας. Για τους Ρωμαίους, αλληγορική θεά με το όνομα Veritas, κόρη του Κρόνου (Saturnus) ή του Χρόνου (Tempus) και της Δικαιοσύνης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλήθεια», σ. 64. https://navalhistory.gr/lexiko/αληθεια/