αλήθεια
η, ουσ.
- η πραγματική κατάσταση σε αντιδιαστολή με το ψεύδος
- η πραγματικότητα, το γεγονός
- ο λόγος που δεν εμπεριέχει ψεύδος
- αρχή, δόγμα ή γνωμικό που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση
- επιφώνημα θαυμασμού, απορίας ή έκπληξης
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.] η *Αλήθεια, θεότητα της μυθολογίας μας
- (ως επίρρ.) αληθινά, πραγματικά, πράγματι
- (φρ.) «η ώρα της αλήθειας», στιγμή της δοκιμασίας για κάτι σημαντικό, «ίχνος αλήθειας», μέρος μόνο της αλήθειας, «ορός της αλήθειας», χημικό παρασκεύασμα που οδηγεί τον εξεταζόμενο σε αποκαλύψεις.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀλήθεια < ἀληθής, -ές, + [κατάλ.] -ια < ἀ- [στερητ.] + [ουσ.] λήθος ή λήθη [= λησμονιά] ή από το ρ. λήθω, παράλληλος τ. του λανθάνω.
Σύνθετα
αληθομανής, αληθοφανής, αληθολογία. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Αλήθεια, κόρη του Δία, μητέρα της Αρετής και τροφός του Απόλλωνα. Προσωποποίηση της αλήθειας. Για τους Ρωμαίους, αλληγορική θεά με το όνομα Veritas, κόρη του Κρόνου (Saturnus) ή του Χρόνου (Tempus) και της Δικαιοσύνης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αλήθεια», σ. 64. https://navalhistory.gr/lexiko/αληθεια/