άνεμος
ο, ουσ.
- (μετεωρ.) α) μετακίνηση αερίων μαζών προς μία κατεύθυνση, β) κύμα αέρα, (φρ.) «άνεμος αντίπρωρος / απόγειος / ασταθής / εγγύτατος / ελαφρός / εκ του πλαγίου / επίφορος / ευμετάβλητος / ευνοϊκός / θαλάσσιος / ισχυρός / καθοδικός / καταιγιστικός / ούριος / πλάγιος / σφοδρός / σταθερός / τροπικός / τυφώνας / fohn / γεωστροφικός / διατμητικός / βαροβαθμίδας / τριβής», [πληθ.] «συνεχείς / περιοδικοί / εποχικοί / ημερήσιοι / ετήσιοι / τοπικοί / αληγείς / ανταληγείς / αναβατικοί / καταβατικοί / επικρατούντες δυτικοί – πολικοί / ισοβαρικών συστημάτων / ριπαίοι / μυκώμενοι / θυελλώδεις / λαιλαπώδεις άνεμοι»,
- (μτφ.) για άσκοπα και μάταια έργα ή λόγια
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.:] οι *Άνεμοι, θεοί με ιδιαίτερο κύρος στην αρχαιότητα
- (φρ.) «λόγια του ανέμου», «άνεμο κοσκινίζει», «κάνει τον άνεμο κουβάρι», «όπου φυσάει ο άνεμος», «στους τέσσερις ανέμους» κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄνεμος.
Μυθολογια
Άνεμοι, θεοί που οι Έλληνες τιμούσαν, με θυσίες και προσφορές, την πολύτιμη συμβολή τους στις διάφορες εκδηλώσεις της ζωής. Στον Όμηρο αναφέρονται τέσσερις, ο Βορέας, ο Ζέφυρος, ο Νότος και ο Εύρος. Για τον Ησίοδο, οι Άνεμοι είναι τρεις και γονείς τους ο Αστραίος και η Ηώ, δηλαδή η Αυγή. Κατοικία τους ο Καύκασος ή τα Ριπαία όρη στη Θράκη ή κάποιοι άλλοι βόρειοι τόποι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνεμος», σ. 89. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμοσ/