navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αληθεύω

αληθεύω

ρ.

  1. [αμετβ.] βγαίνω αληθινός, δικαιώνομαι
  2. [μετβ.] αγωνίζομαι να αποδείξω την αλήθεια.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀληθεύω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αληθεύω», σ. 64. https://navalhistory.gr/lexiko/αληθευω/