αληθεύω
ρ.
- [αμετβ.] βγαίνω αληθινός, δικαιώνομαι
- [μετβ.] αγωνίζομαι να αποδείξω την αλήθεια.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀληθεύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αληθεύω», σ. 64. https://navalhistory.gr/lexiko/αληθευω/