navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιθέριος

αιθέριος

-ια, -ιο, επίθ.

  1. ο ευρισκόμενος ψηλά στον αιθέρα
  2. άυλος, αέρινος
  3. (μτφ.) αγγελικός
  4. (φρ.) «αιθέριο έλαιο», έλαιο προερχόμενο από απόσταξη αρωματικών φυτών, χρήσιμο ως πρώτη ύλη σε φάρμακα και αρωματικές ουσίες
  5. [ως κύρ. όν.:] (μυθολ.) ο Αιθέριος, προσωνύμιο του Δία.

Ετυμολογία

< αρχ. αἰθήρ, -έρος < αἴθ- < αἴθω [= ανάβω, καίω/φέγγω λάμπω] + -ερ- [επίθημα] + κατάλ. -ιος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιθέριος», σ. 51. https://navalhistory.gr/lexiko/αιθεριοσ/