αιθέριος
-ια, -ιο, επίθ.
- ο ευρισκόμενος ψηλά στον αιθέρα
- άυλος, αέρινος
- (μτφ.) αγγελικός
- (φρ.) «αιθέριο έλαιο», έλαιο προερχόμενο από απόσταξη αρωματικών φυτών, χρήσιμο ως πρώτη ύλη σε φάρμακα και αρωματικές ουσίες
- [ως κύρ. όν.:] (μυθολ.) ο Αιθέριος, προσωνύμιο του Δία.
Ετυμολογία
< αρχ. αἰθήρ, -έρος < αἴθ- < αἴθω [= ανάβω, καίω/φέγγω λάμπω] + -ερ- [επίθημα] + κατάλ. -ιος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιθέριος», σ. 51. https://navalhistory.gr/lexiko/αιθεριοσ/