navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αίμα και γαίμα

αίμα

Και: γαίμα

το, ουσ.

  1. (βιολ.) κόκκινο ζωτικό υγρό που βρίσκεται στο σώμα ανθρώπων και σπονδυλωτών ζώων και αποτελεί βασικό παράγοντα της ζωής
  2. η καταγωγή, η συγγένεια
  3. (φρ.) «κύκλος του αίματος», δηλώνει το φόνο, «μπαίνω στα αίματα», παρακινώ κάποιον, αναλαμβάνω πρωτοβουλίες για δράση, «παίρνω το αίμα μου πίσω», εκδικούμαι, «το αίμα νερό δεν γίνεται», αλληλοϋποστήριξη συγγενών, «βράζει το αίμα μου», είμαι όλο ζωή, «κόβω το αίμα», τρομάζω κάποιον, και πολλές άλλες φράσεις.

Ετυμολογία

< αρχ. αἷμα < αβέβαιου ετύμου. Η λ. σαν α΄ συνθετικό δημιουργεί πλήθος σύνθετων λέξεων που τις συναντούμε σε ξένες γλώσσες και δηλώνουν επιστημονικούς όρους.

Σύνθετα

αιμαγγείωμα, αιματίτης, αιματογραφία, αιματοδιαγνωστική, αιματοδόχος, αιματοκήλη, αιματοκόβω, αιματοκολπία, αιματόκομμα, αιματοκρίτης, αιματοκύλισμα, αιματοκύστη, αιματολογία, αιματομανία, αιματομετρία, αιματοξυλίνη, αιματόρροια, αιματοσκόπιο και πολλά άλλα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αίμα και γαίμα», σ. 52. https://navalhistory.gr/lexiko/αιμα-και-γαιμα/