navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άθικτος

άθικτος

-η, -ο, και άθιχτος, -η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν έχει πειραχτεί, ανέγγιχτος, συνών. ανέπαφος, αμεταχείριστος
  2. άφθαρτος
  3. οτιδήποτε το καινούργιο
  4. (για γυναίκες) αγνή, παρθένα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄθικτος, < ἀ- [στερητ.] + θικτός < [αρχ.] θιγγάνω [= ακουμπώ, χειρίζομαι, αγγίζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άθικτος», σ. 49. https://navalhistory.gr/lexiko/αθικτοσ/