αθετώ
ρ. [μετβ.]
α) καταπατώ τον όρκο μου, β) παραβιάζω τα συμφωνηθέντα, συνών. αναιρώ, ακυρώνω, παραβαίνω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀθετῶ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αθετώ», σ. 48. https://navalhistory.gr/lexiko/αθετω/