αγχίαλος
-ον και -η, -ον, επίθ.
(αρχ.) α) αυτός που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, σε Όμηρ. παραθαλάσσιος, παράλιος, β) επίσης λέγεται και για νησιά, αυτός που είναι ζωσμένος από θάλασσα, σε Αισχύλ. και Σοφ. γ) (γεωγρ.) Αγχίαλος, ονομασία:
- αρχαίας πόλης στην Βουλγαρία
- κωμόπολης στο νομό Μαγνησίας
- χωριού στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀγχίᾰλος < ἀγχί- [= κοντά] + ἅλς [= θάλασσα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγχίαλος», σ. 40. https://navalhistory.gr/lexiko/αγχιαλοσ/