navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αγχίαλος

αγχίαλος

-ον και -η, -ον, επίθ.

(αρχ.) α) αυτός που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα, σε Όμηρ. παραθαλάσσιος, παράλιος, β) επίσης λέγεται και για νησιά, αυτός που είναι ζωσμένος από θάλασσα, σε Αισχύλ. και Σοφ. γ) (γεωγρ.) Αγχίαλος, ονομασία:

  1. αρχαίας πόλης στην Βουλγαρία
  2. κωμόπολης στο νομό Μαγνησίας
  3. χωριού στην Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀγχίᾰλος < ἀγχί- [= κοντά] + ἅλς [= θάλασσα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγχίαλος», σ. 40. https://navalhistory.gr/lexiko/αγχιαλοσ/