ωμ
το, άκλ.

(φυσ.) μονάδα ηλεκτρικής αντίστασης στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων, διεθνές σύμβολο το Ω.
Ετυμολογία
< Από το όνομα του Γερμανού φυσικού Georg Simon *Ohm. ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ωμ Γκεόργκ Σιμόν (1789 - 1854), Γερμανός καθηγητής της Πολυτεχνικής Σχολής της Νυρεμβέργης και του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Οι κυριότερες εργασίες του αφορούσαν τους κλάδους του ηλεκτρισμού, της οπτικής, της μηχανικής και της ακουστικής. Μέλος της Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου από το 1842.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωμ», σ. 933. https://navalhistory.gr/lexiko/ωμ/