ωκύπτερος
-η, -ο, επίθ.
[αρχαιοπρεπές] αυτός που πετά γρήγορα, συνών. γοργόφτερος.
Ετυμολογία
< αρχ. ὠκύπτερος < ὠκύ- [< ὠκύς = γρήγορος, ταχύς] + -πτερος [< πτερόν].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωκύπτερος», σ. 933. https://navalhistory.gr/lexiko/ωκυπτεροσ/