Χ, χ, χι
το, άκλ. ουσ.
το εικοστό δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, σύμφωνο, [χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι, κατά παράδοση ή καταχρηστικά] Χ ή χ [= εικοστός δεύτερος, -η, -ο,]
- (μαθημ.) α) ο άγνωστος Χ, η άγνωστη τιμή και ιδίως ο άγνωστος αριθμός σε εξίσωση, συνάρτηση κ.λπ. β) ο οριζόντιος άξονας του χ, ο κατακόρυφος άξονας του συστήματος συντεταγμένων, γ) το Χ ως σύμβολο της πράξης του πολλαπλασιασμού
- (φυσ.) ακτίνες Χ, οι ακτίνες Ρέντγκεν (Röntgen), μια μορφή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας με πολλές εφαρμογές στην ιατρική και τη διαγνωστική
- το Χ, ως σύμβολο της ισοπαλίας, σε αθλητικές αναμετρήσεις.
Ετυμολογία
< μτγν. γραφή χῖ. < αρχ. χεῖ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Χ, χ, χι», σ. 906. https://navalhistory.gr/lexiko/χ-χ-χι/