ωμικός
-ή, -ό, επίθ.
(φυσ.) α) [ηλεκτρολ.] αυτός που διέπεται από το νόμο του Ωμ, β) ηλεκτρική αντίσταση κατά μήκος της οποίας, όταν το κύκλωμα διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα, απελευθερώνεται ενέργεια με τη μορφή θερμότητας, (φρ.) «ωμική πτώση / αντίσταση / απώλεια», «ροοστάτης ωμικός».
Ετυμολογία
< αγγλ. ohmic < [ανθρωπωνύμιο] Georg Simon *Ohm [δες ωμ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ωμικός», σ. 933. https://navalhistory.gr/lexiko/ωμικοσ/