navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χείμαρρος

χείμαρρος

ο, ουσ.

χείμαρρος, εικόνα από το έντυπο
  1. (γεωγρ.) ορμητικό ρεύμα νερού που σχηματίζεται μετά από μεγάλες βροχοπτώσεις ή από το λιώσιμο του χιονιού
  2. η κοίτη ενός τέτοιου ποταμού, ξεροπόταμος
  3. (μτφ.) οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από ορμητικότητα, συνήθως για λόγο ασταμάτητο και απρόσκοπτο
  4. (λογοτ.) «Ο σιδερένιος χείμαρρος», ιστορικό μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Α. Σ. Σεραφείμοβιτς, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

Ετυμολογία

< αρχ. επίθ. χειμάρροος -ον, [= 1. αυτός που ρέει το χειμώνα, μουσκεμένος από το νερό της βροχής και το λιωμένο χιόνι] < χειμών + ροή < ῥέω [= τρέχω, ρέω ορμητικά, (ξε)χύνομαι, αναβλύζω].

Παράγωγα

χειμαρρώδης.

Σύνθετα

αεροχείμαρρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χείμαρρος», σ. 913. https://navalhistory.gr/lexiko/χειμαρροσ/