χείμαρρος
ο, ουσ.

- (γεωγρ.) ορμητικό ρεύμα νερού που σχηματίζεται μετά από μεγάλες βροχοπτώσεις ή από το λιώσιμο του χιονιού
- η κοίτη ενός τέτοιου ποταμού, ξεροπόταμος
- (μτφ.) οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από ορμητικότητα, συνήθως για λόγο ασταμάτητο και απρόσκοπτο
- (λογοτ.) «Ο σιδερένιος χείμαρρος», ιστορικό μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Α. Σ. Σεραφείμοβιτς, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
Ετυμολογία
< αρχ. επίθ. χειμάρροος -ον, [= 1. αυτός που ρέει το χειμώνα, μουσκεμένος από το νερό της βροχής και το λιωμένο χιόνι] < χειμών + ροή < ῥέω [= τρέχω, ρέω ορμητικά, (ξε)χύνομαι, αναβλύζω].
Παράγωγα
χειμαρρώδης.
Σύνθετα
αεροχείμαρρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χείμαρρος», σ. 913. https://navalhistory.gr/lexiko/χειμαρροσ/